06.03.2007  posted

 


Photo: ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΒΕΡΗΣ
[ Λητώ Βογιατζόγλου Quartet / 14.12.'06 στο παράφωνο ]

PLAY IT AGAIN...
Στο «Παράφωνο» της Ασκληπιού, ένα από τα γνωστότερα στέκια
για τους φίλους της τζαζ, τα ελληνικά συγκροτήματα
εναλλάσσονται κάθε εβδομάδα.


ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, 03.03.2007
στο περιοδικό του ο «Ταχυδρόμος» / 3 Μαρτίου 2007 / 366 / Σελίδα: 34-39

με Θέμα  Όλα όσα αφορούν στην ελληνική τζαζ σήμερα.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΖΑΖ
Μ'ακούει  κανείς ;
Πού ακούγεται σήμερα η ελληνική τζαζ; Η γοητεία της περιορίζεται άραγε μόνο στα υπόγεια κλαμπ για λίγους κι εκλεκτούς; Ο «Τ» έπιασε θέση στα στέκια των Ελλήνων καλλιτεχνών και συζήτησε με δημιουργούς, μουσικούς και γνώστες του είδους για την τζαζ του μέλλοντός μας.

από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΟΥΛΓΕΡΙΔΗ

ΤΟ «ΠΑΡΑΦΩΝΟ» ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ  δεν το πιάνει το μάτι σου, εκτός αν είσαι καλά ενημερωμένος ότι στον αριθμό 130 -και αφού ανέβεις τις σκάλες- βρίσκεται ένα από τα παλιότερα μουσικόφιλα στέκια της Αθήνας.
Οι κόκκινες κουρτίνες στο φόντο της σκηνής και η κόκκινη μοκέτα είναι κάτι σαν σήμα κατατεθέν για ένα χώρο που κατά τ' άλλα ποντάρει στο σκοτάδι και όχι στα έντονα χρώματα. Ακόμη και οι φωτογραφίες από εμφανίσεις παλιότερων σχημάτων που κοσμούν τους τοίχους είναι ασπρόμαυρες. Αμυδρός φυσικά και ο φωτισμός, θαρρείς για να ανταποκρίνεται στην ιδέα ότι μόνο αυτό εκφράζει την ψυχή της τζαζ.
   Ο σαξοφωνίστας και ο μπασίστας το βράδυ της επίσκεψής μας στέκονται όρθιοι, ενώ ο ντράμερ είναι ο μόνος που συνοδεύει καθιστός την πιανίστρια Λητώ Βογιατζόγλου. Συμμετρική γεωμετρία ως εικόνα, που για μία στιγμή γεννάει τη σκέψη ότι δεν συνάδει προς την τόλμη και την ελευθερία του μουσικού είδους. Οι ήχοι από τα όργανα διακόπτονται μόνο από τον ήχο των ποτηριών. Τα πρώτα ζευγαράκια έχουν μπει ήδη στο μπαρ. Φοιτητές στην πλειονότητά τους και νεαροί -ορισμένοι μπαίνουν με τα βιβλία υπό μάλης-, αποτελούν μια ευχάριστη έκπλήξη για όποιον νομίζει ότι εισέρχεται απλώς σε ένα ιερατείο για λίγους εκλεκτούς της τζαζ. Κι όμως, από τα περίπου 20 άτομα που συναντήσαμε εκείνο το βράδυ τα περισσότερα ακούνε και ροκ μουσική. Τα πρόσωπά τους ήταν μονίμως προσηλωμένα στους μουσικούς που κουνούσαν το κεφάλι τους μία στο τόσο, προφανώς για να δουν αν συγχρονίζονται μεταξύ τους τα όργανα. Κάπου προς τη μέση του προγράμματος ένα ζευγάρι αλλάζει θέση και από μπροστά πηγαίνει στις πίσω καρέκλες. Η αίσθηση είναι γενική από τη στιγμή που πατάει κανείς το πόδι του στο μπαράκι: εδώ τα 10 ή 5 ή 20 άτομα ζητούν λίγη ιδιωτικότητα και τίποτα δεν μπορεί να τους την αφαιρέσει. Απορρίπτοντας τον επικοινωνιακό θόρυβο, που σταματάει έξω από τα σκαλιά της Ασκληπιού, ο μόνος ήχος που επιτρέπεται είναι αυτός της τζαζ. Ακόμη και η αναγγελία των κομματιών γίνεται όσο το δυνατόν πιο χαμηλόφωνα. «Τώρα θα σας παίξουμε μια μπόσα νόβα», λέει η Λητώ Βογιατζόγλου, η οποία μόλις που ακούγεται πέντε τραπέζια πιο πίσω. Παραδόξως, ούτε η παρουσία του φωτογράφου φαίνεται να ενοχλεί τους θαμώνες. 'Ισα-ίσα που κάνουν ό,τι μπορούν για να τον διευκολύνουν στη δουλειά του.
   Ο μοναχικός τύπος στο μπαρ προφανώς έχει περάσει αρκετές βραδιές στη σειρά μέσα στο «Παράφωνο». Με μια καράφα κρασί σε απόσταση αναπνοής και λίγους ξηρούς καρπούς στο πλάι, έχει το βλέμμα στραμμένο στην ορχήστρα. Δεν πιάνει κουβέντα με κανέναν, ούτε με την κυρία που σερβίρει πίσω από το μπαρ. Ήρθε για ν' ακούσει. Συμμετέχει μόνο με αδιόρατα κουνήματα του κεφαλιού τις στιγμές που ο ρυθμός παίρνει να δυναμώνει. Ταυτόχρονα η ατμόσφαιρα ζωντανεύει, καθώς δυο-τρεις νεαροί μπαίνουν στο δωμάτιο για να καθίσουν στο τραπεζάκι της παρέας τους. Όπως σε οποιοδήποτε καφέ ή φοιτητικό στέκι. Η μπίρα και το κρασί είναι τα πιο δημοφιλή ποτά, άλλωστε.
   Αυτή η χαμηλών τόνων εικόνα ταιριάζει γάντι στην ελληνική τζαζ. Οι χώροι των ζωντανών εμφανίσεων είναι ακόμη αμυδρά φωτισμένοι -εκτός από εκείνους όπου η τζαζ συναντάει την ηλεκτρονική μουσική-, τα φεστιβάλ είναι μετρημένα και οι νεαροί δημιουργοί αναζητούν τα κανάλια επικοινωνίας που χρειάζονται για να γίνει γνωστή η μουσική τους. Η αλήθεια είναι ότι πάει καιρός από την εποχή που ο Γιώργος Τρανταλλίδης, ο Μάρκος Αλεξίου, ο Λάκης Ζώης και ο Γιώργος Φιλιππίδης έπαιζαν συχνά στο τζαζ κλαμπ-αναφορά του Γιώργου Μπαράκου, στην Πλατεία Ραγκαβά της Πλάκας, τέλη της δεκαετίας του 1970. Σχεδόν παράλληλα κυκλοφορούσε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Τζαζ» από τον Κώστα Γιαννουλόπουλο, με υπεύθυνο ύλης τον Σάκη Παπαδημητρίου και art director τον Δημήτρη Αρβανίτη. Μέσα στο γενικότερο κλίμα προέκυπτε το πρώτο τζαζ γκρουπ που ηχογράφησε δίσκο: το τρίο του πιανίστα Μάρκου Αλεξίου, του μπασίστα Γιώργου Φιλιππίδη και του ντράμερ Γιώργου Τρανταλλίδη που έκανε το δίσκο «Sphinx». Ταυτόχρονα ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου και ο σαξοφωνίστας Φλώρος Φλωρίδης έδιναν το ιστορικό άλμπουμ «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου». Σήμερα, υπάρχει ένα πλούσιο δυναμικό μουσικών, που ωστόσο έχει δύσκολη πρόσβαση στη δισκογραφία, ελάχιστους τζαζ χώρους (το «Παράφωνο» στην Αθήνα και το «Ξυλουργείο» στη Θεσσαλονίκη είναι οι πιο δυναμικοί), ελάχιστη απήχηση στο ραδιόφωνο (που κανονικά Θα έπρεπε να είναι φυσικός «σύμμαχος» του είδους) και ένα ειδικό περιοδικό («Jazz & Τζαζ»). Κι όμως, η εικόνα αυτή δεν χάνει ποτέ τη γοητεία της. Ίσως γιατί ακόμα δεν μπορούμε να ορίσουμε τι ακριβώς περιλαμβάνει η ίδια η έννοια, άρα να προεξοφλήσουμε και τις αντοχές της. Όσες προσπάθειες κι αν γίνουν, όλο και κάτι περισσεύει. «Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η ελληνική τζαζ παίζεται από Έλληνες και ότι προσπαθεί να αποκτήσει αυτό που ονομάζουμε "ταυτότητα". Μόνο σ' αυτούς τους άξονες μπορούμε να επικεντρωθούμε. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης υπάρχει μια παράδοση που λίγο-πολύ καταλαβαίνουμε: μιλάμε για ιταλική ή γαλλική ή σκανδιναβική τζαζ, που είναι κάπως περισσότερο αναγνωρίσιμη. Στην Ελλάδα αυτό δεν είναι εύκολο. Η ελληνική σκηνή πρέπει να βρει τη δική της φωνή» , λέει ο Γιώργος Χαρωνίτης, απ' τους εκδότες του περιοδικού «Jazz & Τζαζ», του μοναδικού που ασχολείται αποκλειστικά με το είδος στην Ελλάδα. «Όταν λέμε "ελληνική τζαζ", δεν εννοούμε "παίρνω ένα κομμάτι του Τζον Κολτρέιν και το ξαναπαίζω". Σημαίνει "παίρνω ένα παραδοσιακό κομμάτι από τη Φλώρινα και το πάω παραπέρα". Αυτό όμως συμβαίνει όταν δεν είμαστε εγκλωβισμένοι σε φόρμες. Όταν δεν μένουμε δηλαδή στη μουσική του Άρμστρονγκ και στην παράδοση της Αμερικής» , προσθέτει απ' τη δική του πλευρά ο Παντελής Στόικος, μέλος του συγκροτήματος Τρίο Βαλκάνο (μαζί με τους Λάκη Τζήμκα και Αλέκο Παπαδόπουλο). Και ο Σάκης Παπαδημητρίου, από τις εμβληματικές μορφές της τζαζ σκηνής στη χώρα μας, καταλήγει: «Το σημαντικό δεν είναι να αναγνωρίσουμε την ελληνικότητα της τζαζ, που πολλές φορές μάς έχει βάλει και σε περιπέτειες, αλλά την ελληνική σκηνή. Τον κάθε δημιουργό, δηλαδή, κατά περίπτωση: την αισθητική που κουβαλά και τη συγκίνηση που προσφέρει».
   Ωραία, λοιπόν. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ακούμε ελληνική τζαζ, πόσοι και ποιοι ακριβώς ακούμε; «Δεν είναι καθόλου συμπαγές το ακροατήριό της κι εκεί νομίζω ότι κρύβεται η γοητεία. Δεν έχει δηλαδή συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το βλέπουμε κάθε φορά που διοργανώνεται το Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Τζαζ την άνοιξη, που είναι δωρεάν και μαζεύει αρκετό κόσμο. Έρχονται τότε κορίτσια 16-17 ετών και ζητάνε Τσάρλι Πάρκερ ή κάποιον δικό μας μουσικό, όπως τον πρόσφατα εκλιπόντα τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη, που εγώ το βρίσκω ιδιαίτερα θετικό. Στην αρχή με εξέπληξε, αλλά τώρα το έχω συνηθίσει», λέει ο Γιώργος Χαρωνίτης. Ο Γιάννης Κουτσουρίδης, ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Φίλων της Τζαζ και Δημιουργικής Μουσικής, δίνει τη δική του εικόνα από τη Θεσσαλονίκη: «Το "Παρά Θίν' Αλός", που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην Καλαμαριά την τελευταία δεκαετία, μας δίνει ένα μέτρο σύγκρισης. Το 60% των εισιτηρίων που κόβουμε στις συναυλίες μας -περίπου 1.500 κατά μέσο όρο- αγοράζεται από νέους. Γι' αυτό πάντα βάζουμε φοιτητικό εισιτήριο». Ο σύλλογος της Θεσσαλονίκης είναι μία από τις λιγοστές προσπάθειες των ίδιων των δημιουργών να οργανωθούν. «Ξεκίνησε από διάφορες μπουάτ και μπαράκια της πόλης. Η κίνησή μας δεν μπορούσε να περιοριστεί στην κλασική τζαζ, έτσι όπως την ξέρουμε από την Αμερική. Θέλαμε να περιλαμβάνει στοιχεία της παραδοσιακής μουσικής ή ακόμα και στοιχεία από την κλασική. Υπάρχει πρόσωπο της ελληνικής τζαζ σήμερα και οφείλουμε να το αναδείξουμε. Ήδη βγάζουμε το δεύτερο CD με εκπροσώπους της σύγχρονης σκηνής. Δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση: ενώ στο εξωτερικό κυκλοφορούν κάθε χρόνο από τα υπουργεία Πολιτισμού συλλογές τζαζ μουσικής, στην Ελλάδα δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο μέχρι πέρυσι, οπότε εκδώσαμε το πρώτο CD του συλλόγου», εξηγεί ο Γιάννης Κουτσουρίδης.

 


 

Download_PDF  print version Greek     ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΖΑΖ Μ'ακούει κανείς ;  του Δημήτρης Δουλγερίδης  244 KB  

 

 

 

 

 

 

 

Professional Logo Design